Όπως αναφέρεται και στην με αριθμό 1206/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, “Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ. (άρθρα 460, 461 του ιδίου Κώδικα), με την οποία ορίζεται ότι «αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου», προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτήν η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, είναι δε επιεικέστερος ο νόμος που -στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα- οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται όχι μόνο αυτός που προσδιορίζει το είδος και το ύψος της ποινής, αλλά και κάθε διάταξη, που μπορεί να επηρεάσει την τύχη του κατηγορουμένου. Προδήλως είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος του χρόνου τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη. Αν έχει καταργηθεί το αξιόποινο της πράξης με μεταγενέστερο νόμο, όμως αυτή τιμωρείται με άλλη διάταξη του ίδιου νόμου, η πράξη δεν καθίσταται ανέγκλητη. Επίσης, ως επιεικέστερος νόμος νοείται και εκείνος που θέτει ως όρο της δίωξης την έγκληση του παθόντος, για αξιόποινη πράξη διωκόμενη κατά τον προγενέστερο νόμο αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 690/2022, ΑΠ 672/2020, ΑΠ 658/2020, ΑΠ 258/2020, ΑΠ 1936/2019)”.
Στις περιπτώσεις αυτές, όπως έχει κριθεί από τον Άρειο Πάγο (βλ. και ΑΠ 769/2023, ΑΠ 690/2022, ΑΠ 658/2020, ΑΠ 557/2020, ΑΠ 259/2020), η ποινική δίωξη πρέπει να κηρύσσεται απαράδεκτη.